Τροφή για σκέψη...

Δεν είμαι θυμωμένος!

image Η ανωτέρω φράση είναι μια από αυτές που όλοι έχουμε πει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας, παρά το γεγονός ότι γνωρίζαμε πολύ καλά πως ήμασταν (συνήθως πολύ) θυμωμένοι. Αξίζει να σημειώσουμε ότι και οι συνομιλητές μας γνώριζαν ότι λέγαμε ψέματα, πρώτα στους εαυτούς μας και μετά σε αυτούς. Ευτυχώς, αρκετές φορές, όταν έχουμε απομακρυνθεί από το συμβάν που αποτέλεσε την αφορμή του θυμού μας, είμαστε σε θέση να αποδεχτούμε ότι την ύπαρξη του θυμού μας έτσι ώστε την επόμενη φορά να είμαστε πιο δεκτικοί σε αυτό που μας συμβαίνει.

Συχνά, όμως, δεν είμαστε σε θέση να συνειδητοποιήσουμε ότι υπήρξαμε θυμωμένοι ακόμα και αν έχουμε αποστασιοποιηθεί επαρκώς από το συμβάν. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι γιατί ο θυμός εκφράζεται με πολλούς τρόπους και άρα είναι σημαντικό να είμαστε ενήμεροι για αυτούς τους τρόπους τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο. Για να τους εντοπίσουμε, όμως, θα πρέπει πρώτα να ξαναθυμηθούμε τη λειτουργία και τα αίτια του θυμού.

Η πιο γνωστή και απολύτως φυσιολογική εμφάνιση του θυμού είναι στις περιπτώσεις που δεχόμαστε πραγματική επίθεση, πχ από ένα εξαγριωμένο ζώο, ένα ληστή, ένα βιαστή κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές ο θυμός είναι αυτός που θα μας επιτρέψει - προτρέψει να αμυνθούμε απέναντι στην απειλή που δεχόμαστε. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις εμφάνισης του θυμού η επίθεση είναι σε μεταφορικό επίπεδο, πχ λεκτική επίθεση και προφανώς δεν έχει νόημα να γρονθοκοπήσουμε κάποιον, όπως θα κάναμε αν πχ προσπαθούσε να μας βιάσει. Με άλλα λόγια στις περιπτώσεις της μεταφορικής επίθεσης δεν έχει νόημα - δεν είναι φυσιολογικό - δεν είναι αναμενόμενο να αισθανθούμε θυμό γιατί αυτός μας (καθ)οδηγεί σε πράξεις εξόφθαλμα αναντίστοιχες με την περίσταση, πχ χτυπάμε το συνομιλητή μας ή του φωνάζουμε όπως ένα λιοντάρι όταν ετοιμάζεται να ορμήσει στο θήραμα του.

Το αναμενόμενο συναίσθημα σε μια μεταφορική επίθεση μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από τον θυμό. Ενδεικτικά, αν ένας εργοδότης μας κατηγορεί επειδή κάναμε κάποιο σοβαρό λάθος που κόστισε στην εταιρεία, τότε είναι αναμενόμενο να αισθανθούμε ντροπή ή/και ενοχή και υπό την επήρεια τους να γίνουμε καλύτεροι και να αποφύγουμε ένα αντίστοιχο λάθος στο μέλλον. Αν αυτή την άσχημη (σωματική) αίσθηση που έχουμε δεν μπορέσουμε να τη διαχειριστούμε, πχ θέλουμε να βάλουμε τα κλάματα αλλά δεν τα καταφέρνουμε και (κατα)πνίγουμε τους λυγμούς μας, τότε ο εγκέφαλος μας θα πάρει το μήνυμα (λόγω έλλειψης επαρκούς ποσότητας οξυγόνου) ότι πνιγόμαστε - δεχόμαστε επίθεση οπότε η ντροπή ή/και η ενοχή θα μετατραπεί σε θυμό. Το αποτέλεσμα θα είναι να αρχίσουμε να φωνάζουμε στον εργοδότη, ενώ ουσιαστικά το μόνο που θέλουμε είναι να πάρουμε ανάσα.

Μέχρι αυτό το σημείο είδαμε πως το ανεπεξέργαστο - ανέκφραστο συναίσθημα μετατρέπεται σε θυμό. Παρότι αυτή η μετατροπή είναι αρκετά συνηθισμένη δεν είναι η μοναδική. Μια άλλη εναλλακτική είναι το εκάστοτε συναίσθημα να μετατραπεί σε διανόηση (μια αμιγώς ανθρώπινη διεργασία). Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι επειδή δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το συναίσθημα μας αποφασίζουμε να αγνοήσουμε τη σωματική αίσθηση (και κατ΄επέκταση το σώμα μας) εστιάζοντας στο τμήμα του εγκεφάλου που ασχολείται με τη διανόηση. Εξυπακούεται ότι όσο πιο πολύ αγνοούμε το σώμα μας τόσο περισσότερο ασχολούμαστε με τη διανόηση μας κατασκευάζοντας όλο και πιο πολύπλοκες θεωρίες, που μοιραία θα παραβαίνουν τους θεμελιώδεις νόμους της συναισθηματικής νοημοσύνης.

Στις περιπτώσεις αυτές είναι σαφές ότι ο θυμός με την κλασική του έκφραση περνάει συχνά απαρατήρητος, αφού σπαταλάμε όλους τους πόρους μας κυρίως σε πολύπλοκες ή/και ακατανόητες θεωρητικές κατασκευές και σε κραυγές και γρονθοκοπήματα. Παρότι, αυτή η πρακτική είναι αρχικά (πιο) αποδεκτή από την κοινωνία, έχει μια σοβαρή παρενέργεια που σχετίζεται με το γεγονός ότι εξαρχής έχουμε αγνοήσει το σώμα μας. Με άλλα λόγια, όταν δε θέλουμε ή/και δεν μπορούμε να έχουμε επαφή με το σώμα και τα συναισθήματα μας, τότε μοιραία θα θεωρήσουμε ή/και θα έχουμε προσδοκία να συμβαίνει κάτι ανάλογο και με τους συνομιλητές μας. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης μας είναι, όπως προαναφέραμε, να ωθούμαστε και να ωθούμε και τον συνομιλητή μας σε θεωρίες και πρακτικές που δε συνάδουν με τους θεμελιώδεις νόμους της συναισθηματικής νοημοσύνης και κατ' επέκταση τη λειτουργία της κοινωνίας.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μπορούμε να συμπεράνουμε - συνειδητοποιήσουμε αν και πότε είμαστε θυμωμένοι παρατηρώντας το περιεχόμενο του λόγου μας, χωρίς να είναι πάντα απαραίτητο να δώσουμε σημασία στον τρόπο που τον εκφέρουμε (δηλαδή αν ωρυόμαστε ή κάτι ανάλογο). Πιο συγκεκριμένα, ένα στοιχείο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι η πολυπλοκότητα του συλλογισμού μας. Προφανώς, δε συνιστά πρόβλημα το να ασχολούμαστε με δυσνόητα μαθηματικά θεωρήματα, αλλά είναι σαφές πως όταν συζητάμε για ένα οικογενειακό ή φιλικό θέμα, συνήθως δεν ασχολούμαστε με πυρηνική φυσική ή κρυπτογραφία.

Επιπλέον, είναι δεδομένο ότι όταν είμαστε αποσυνδεδεμένοι από το σώμα και τα συναισθήματα μας, τότε μοιραία ασχολούμαστε μόνο με τον απέναντι μας ή/και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες με τις οποίες δεν έχουμε κάποια ουσιαστική σχέση ή/και επαφή. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι, ακόμα και σε περιπτώσεις που ο λόγος μας δεν είναι εξόφθαλμα καταγγελτικός ή/και κηρυγματικός, έχουμε την τάση να κάνουμε παρατηρήσεις ή/και υποδείξεις στο συνομιλητή μας ενώ το πραγματικό ζητούμενο είναι να μεταφέρουμε την εμπειρία και τα βιώματα μας. Είναι σαφές ότι δε θα μπούμε στη διαδικασία να μεταφέρουμε την προσωπική μας ιστορία όταν δεν έχουμε καταφέρει να τη διαχειριστούμε αποτελεσματικά επειδή αποφασίσαμε να αποσυνδεθούμε από αυτή. Εξυπακούεται, άλλωστε, ότι δε θα καταφέρουμε να συναισθανθούμε το συνομιλητή μας έτσι ώστε τουλάχιστον να σκεφτούμε κάτι κατάλληλο για αυτόν ακόμα και αν αυτό δε σχετίζεται άμεσα με την προσωπική μας ιστορία.

Σε ένα τυπικό επίπεδο η ανωτέρω πρακτική δε φαίνεται να προκαλεί κάποιο ουσιώδες πρόβλημα σε εμάς, παρότι μπορεί να προκαλέσει σωρεία δυσάρεστων συναισθημάτων στο συνομιλητή μας. Σε βάθος χρόνου, όμως, η αποσύνδεση από το σώμα και τα συναισθήματα μας οδηγεί σε σωματικές ασθένειες επειδή ακριβώς δεν έχουμε ασχοληθεί επαρκώς με το σώμα μας. Προφανώς, στις περιπτώσεις αυτές πιθανότατα θα μπούμε σε ένα νέο ακόμα βαθύτερο - φαυλότερο κύκλο αποσύνδεσης από το σώμα μας επειδή πλέον η (σωματική και συναισθηματική) κατάσταση μας θα είναι πολύ πιο δυσάρεστη και ως εκ τούτου πολύ πιο δύσκολα διαχειρίσιμη.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να είμαστε θυμωμένοι ακόμα και όταν δε φωνάζουμε. Τυπικές περιπτώσεις θυμού που δεν είναι άμεσα αντιληπτές έχουμε όταν αναφερόμαστε κυρίως σε αυτά που κάνει ο άλλος και όχι σε αυτά που κάνουμε εμείς ή/και όταν ο λόγος για ένα καθημερινό θέμα είναι πολύπλοκος ή/και όταν ασθενούμε χωρίς να υπάρχει κάποιος προφανής λόγος. Κύρια αιτία του θυμού αυτού είναι η αδυναμία - απροθυμία να εκφράσουμε - βιώσουμε τα συναισθήματα μας και η συνοδή αποσύνδεση από το σώμα μας.

Ένας καλός τρόπος να επιστρέψουμε στα συναισθήματα μας και την επαφή με το σώμα μας είναι μέσω της τέχνης που συνδέει υποδειγματικά τα συναισθήματα με τη διανόηση. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι να ο εγκέφαλος μας να αφιερώνει επαρκή χρόνο τόσο στα βιώματα του σώματος (και κατ' επέκταση στα συναισθήματα) όσο και στη διανόηση. Με τον τρόπο αυτό αφενός ολοκληρώνεται η ανθρώπινη εμπειρία και αφετέρου η ζωή μας γίνεται πιο άνετη, πιο ευχάριστη και πιο ουσιαστική.